ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ & ΘΡΥΛΟΙ
Θρύλος της Αρχαίας πηγής Μπαμπακιλέτ
Πάνω από τη βρύση υπάρχει χαραγμένη πάνω στον βράχο η χρονολογία 1733+, και η ονομασία αποδίδεται σε κάποιον Παπαγγέλου ή Παπαγγελέτη.

025101babakiletΥπάρχει θρύλος που λέει ότι ο Σπαρτιάτης Στρατηγός Αγησίπολις μετά την μάχη στην Τορώνη δεν πέθανε τελικά στο Ιερό του Διονύσου αλλά σε αυτή τη βρύση, τον οποίον κατόπιν τον τοποθέτησαν σε ένα πιθάρι με μέλι και τον μετέφεραν στη Σπάρτη. Κάπου εκεί στη βρύση βρίσκεται κρυμμένη η χρυσή πανοπλία του Αγησίπολη που την φυλάει ένα τεράστιο φίδι το οποίο ήταν το φόβητρο των Αφυτιωτών.
Επίσης στη βρύση αυτή, επειδή ήταν κρυμμένη μέσα στη βλάστηση, λούζονταν οι γυναίκες και έπλεναν τα ρούχα τους, αποφεύγοντας έτσι τα αδιάκριτα μάτια των ανδρών.

Θρύλος της Αρχαίας πηγής Βρυσίτσας
Ο προϊστορικός λόφος Κουτσόμυλος λένε οι παλιοί ήταν μέσα κούφιος και κάπου υπήρχε ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε σε ένα σπήλαιο όπου ήταν το κρησφύγετο των Αφυτιωτών απ’τους κατακτητές. 025102vrisitsaΣτη βάση του Κουτσόμυλου υπάρχει η αρχαία πηγή με την ονομασία Βρυσίτσα. Εκεί λοιπόν κρύφτηκε η Βασιλοπούλα με τους κατοίκους σε μια επιδρομή κατακτητών. Έπλεκε λοιπόν και το κουβάρι της έπεσε και κόλλησε στις κουπάνες της Βρυσίτσας. Το είδαν οι κατακτητές και έτσι αντελήφθηκαν την ύπαρξη του σπηλαίου, ανακάλυψαν και εξολόθρευσαν όλους τους κατοίκους μαζί με τη Βασιλοπούλα.
Το νεροφάγωμα βέβαια της βρύσης δεν είναι τόσο μεγάλο για να κρυφτεί άνθρωπος σ’ αυτό, αλλά πράγματι σύμφωνα με μαρτυρίες, υπάρχει μια κρυφή στοά στον Κουτσόμυλο, που φθάνει μέχρι τη νερομάνα, απ’ όπου υδρεύονταν η ακρόπολη σε καιρό πολιορκίας.

Ο Θρύλος της περιοχής Ζούτλα
Κάποιος Κυριάκος σκότωσε ένα ζήτουλα, γιατί νόμισε, ότι είχε πουγκί με λεφτά μέσα στο ζωνάρι του, ενώ εκείνος ο φουκαράς είχε ένα κρεμμύδι. Η τοποθεσία, όπου έγινε ο φόνος, ονομάστηκε Ζούτλας και τα βράδια, λέει, ακούγονται σ’εκείνο το μέρος οιμωγές και αναστεναγμοί.

ΕΥΘΥΜΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΑΦΥΤΙΩΤΩΝ

Εκτός από τις εξαίσιες κλιματολογικές συνθήκες σε συνδυασμό με τις σωστές διατροφικές συνήθειες (άριστα ντόπια προϊόντα: ελαιό­λαδο, μέλι, λαχανικά και ψάρια) η μακροβιότητα οφείλεται και στον σημαντικό παράγοντα του εύθυμου τρόπου ζωής που κρατάει από την αρχαιότητα όπου υπήρχε έντονη λατρεία του Διονύσου. Ο εύθυμος τρόπος ζωής ήταν μόνιμος και καθημερινός και είχε έξαρση στις γιορτές διονυσιακές ή αποκριάτικες.

ΑΡΧΑΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΦΥΤΙΩΤΩΝ

Από τα μεσαιωνικά έγγραφα αποδεικνύεται ότι τα αρχαία ονόματα διατηρήθηκαν από την αρχαιότητα.

Παραθέτουμε παρακάτω αρκετά από τα ονόματα των Αφυτιωτών: Αγαμέμνων, Αγησίλαος, Αθηνά, Αθηναγόρας, Αλέξανδρος, Αλκιβιάδης, Ανδρομάχη, Ανδρομάχη, Ανδρονίκη, Αριστείδης, Αριστογείτων, Αριστόδημος, Αριστοτέλης, Αφροδίτη, Αχιλλέας, Γερακίνα, Γραμματική, Δήμητρα, Δημοσθένης, Δωροθέα, Ελένη, Ευδοκία, Ευδοξία, Ευθυμία, Ευρυδίκη, Ευριπίδης, Ευτέρπη, Ζηνοβία, Θεμιστοκλής, Θεσσαλία, Ιφιγένεια, Καλλιόπη, Κασσάνδρα, Κλεάνθης, Κλέαρχος, Λευκοθέα, Λεωνίδας, Λυσίμαχος, Μακεδονία, Μελάχρω, Μενέλαος, Μιλτιάδης, Ναυσικά, Νεοκλής, Νέστορας, Ξενοφών, Οδυσσέας, Ολυμπία, Ουρανία, Πάτροκλος, Παυσανίας, Πελοπίδας, Περικλής, Περσεφόνη, Πηνελόπη, Πολυδεύκης, Πολυμενέας, Πολυξένη, Σοφοκλής, Σωτήριος, Τηλέμαχος, Τιμολέων, Φαίδων, Φιλήσυχος, Φίλιππος,. Ο κατάλογος αυτός συνεχίζει να εμπλουτίζεται

Κασσαντρινά μασ’λάτια (κουραχάνια*) σχετικά με τα αρχαία ονόματα της Αφύτου

*Ζωντανός διάλογος (απ’ τα μπαλκόνια, φουναχτά).

Αρήη. Μαρ’γούδα, τάμαθις αρή τα χάλια κι ντ’κατάντια; για τούτου θα μας κάψ’ η Θιός.
    Τι, αρή Λιμουνιά!
    Αρή δεν τάμαθις; Απ’ του βάφ’τσαν του μ’κρό τσ’ Γιρακίνας; Κι δεν έχ’ν ντίπ τσίπα απάνουτς;
    Γιατί, αρή; Κακό είνι;
    Όχ’ αρή, αλλά έτσ’ απ’ τούπαν, του χαντάκουσαν του πιδί.
    Κι πως αρή τούπαν; Θα μι σκάης.
    Άφκι τα, που να στα λέου, αντρέπουμι, και θα μι σχουρέσ’ η Θιός: Γαμέμνου!… (Δηλ. Αγαμέμνων)

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΑΠΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΑΦΥΤΟΥ
(Αποσπάσματα από το περιοδικό «Κασσάνδρα», τευχ. 3, Δεκέμβριος 1994)

Αφήγηση του μπάρμπα-Γιάννη

Ο πρώτος, ο μπάρμπα-Γιάννης ο Γιοβάνης του Δημητρίου και της Σοφίας, όπως τόνισε εμφαντικά, γεννημένος το 1914, μας είπε τα παρακάτω:
Τα πρώτα γεγονότα που θυμάται είναι από τη Μικρασιατική καταστροφή. Είχαν φέρει στην Κασσάντρα τους Φωκιανούς. Τους εγκατέστησαν στο Λαυρεώτικο (μετόχι του Μοναστηριού της Μεγίστης Λαύρας). Υπέφεραν πολύ. Τους θέριζαν οι αρρώστιες. Με το κάρο τους κουβαλούσαν τους πεθαμένους και τους έθαβαν. Αργότερα τους έκτισαν σπίτια στην περιοχή του Αγίου Παύλου, όπου το σημερινό χωριό Νέες Φώκιες.

Θυμάται ακόμη τη δικτατορία του Πάγκαλου το 1926.
Για τη δεκαετία 1930-40 μας είπε ότι ο κόσμος δούλευε πολύ σκληρά στα χωράφια, αλλά ότι το σιτάρι είχε καλή τιμή. Είχε φτάσει οχτώ δραχμές η οκά. Οι πιο πολλοί κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί. Είχε και μερικούς ψαράδες, αλλά ανοργάνωτους. Ο κόσμος γλεντούσε μόνο τις γιορτές και κυρίως τις απόκριες. Όταν κάποιος γιόρταζε, μαζεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι στο σπίτι όχι με άδεια χέρια. Άλλος έφερνε κρασί, άλλος λουκάνικα, κοτόπουλα. Αφού έτρωγαν καλά και έπιναν καλύτερα, άρχιζε το γλέντι. Τραγουδούσαν πρώτα τα καθιστικά και αργότερα τα χορευτικά. Θυμήθηκε ένα τραγούδι που το έλεγε ο πατέρας του την αποκριά:

– Που πας, καημένε μέρμηγκα, που πας πανωφορτωμένος;
-Έχω αμπέλια στη Βλαχιά κι πα’ να τα τρυγήσω.
Κι κείνα πολυκάρπισαν κι κάναν πέντι ρόιες.
Τη μια την τρώει ο κόρακας, την άλλη ο δραγάτης,
τις άλλες τρεις τσαλαπατώ και βγάζω λίγο κρασάκι.

Για το χαλασμό της Κασσάνδρας:
«Η χαλασμός έγινι σι μιγάλ’ έκτασ’. Οι Τούρκ’ αφού πάτ’σαν τς Πόρτις, (Ποτείδαια) έφτασαν σε μια τοποθεσία, Πίνακας λέγονταν, ήταν χωριό. Το έκαψαν. Απού κει κατάγουντι οι Πινακιωταίοι. Στην Βάλτα, στην εκκλησία της Γεννήσεως, απού πάν’ απ’ την είσοδο έχ’ μια μαρμάριν’ πλάκα μι μια κληματαριά. Απού’ κει, απ’τον Πίνακα την πήραν. Προχώρσαν οι Τούρκ’ κι ήρθαν στην Άθυτο. Άφσαν μόνο τρία σπίτια όρθια και την εκκλησία, τον Ταξιάρχη. Είχι σι μια γωνίτσα ωραίες τοιχογραφίες, εγώ τις πρόλαβα. Ένας αρχαιολόγος είχε πει, ότι ήταν του 1300. Αλλά το κατεδάφισαν αυτό το εκκλησάκ’ ». (Με εντολή του Κασσανδρείας Καλλίνικου)

Οι μουλαράδες και οι γαϊδουράδες

Ένας Βαλτιώτης μελισσάς πούλησε στους Αφυτιώτες ένα ψόφιο μουλάρι για ελάφι. Φεύγοντας ανέβηκε πάνω στον Κουτσόμυλο και φώναξε:

Όσοι κακαβώσατε, ξεκακαβώστε (κακαβώνω = μαγειρεύω)
γιατί δεν ήταν έλαφος με κέρατα,
παρά μούλαρος με πέταλα.

Εις αντίποινα ένας Αφυτιώτης, πούλησε στους Βαλτιώτες ένα μπούτι γαϊδάρου για μοσχάρι. Και τα παρατσούκλια βγήκαν. Μουλαράδες οι μεν, γαϊδουράδες οι δε.

Αφήγηση του μπάρμπα-Δημοσθένη

Ο μπάρμπα – Δημοσθένης Αργυρούδης του Σοφοκλέους, αγγειοπλάστης, γεννήθηκε τη χρονιά που οι Τούρκοι πετούσαν τα φέσια και έφευγαν, όπως του’ λεγε η μάνα του, η οποία δεν ήξερε τη χρονολογία. Δηλαδή το 1912.
Για το χαλασμό του’ λεγε η γιαγιά του, ότι στις Πόρτες (Ποτίδαια) υπήρχε ένα κάστρο με πολεμίστρες και εκεί οι Κασσαντρινοί κράτησαν τους Τούρκους πέντε ολόκληρα χρόνια! (θρύλος). Η προγιαγιά του, η Ελένη, μετά την καταστροφή της Κασσάνδρας έφυγε στον Όλυμπο, για να γλιτώσει. Και ξαναγύρισε με την αμνηστία.
Θυμάται ακόμη ο μπάρμπα-Δημοσθένης την επανάσταση του Καμένου, του Α’ Σώματος Στρατού, κατά το 1934 και πως παραδόθηκαν οι επαναστάτες στη γέφυρα του Σιδηροκάστρου. Υπηρετούσε τότε τη θητεία του, ως κληρωτός.

Λαϊκοί ποιητάδες

Ο μπαρμπα – Γιάννης Παυλής έγγραψε μεταξύ άλλων πολλών ποιημάτων και το παρακάτω για τη γυναίκα του Μαρία:

‘Ημουν της φτώχειας το παιδί με τον κασμά στο χέρι
και κάποτε επαντρεύτηκα με την κυρία Μαίρη.
Φτωχός εγώ, φτωχή κι αυτή δεν είχαμε καρβέλι,
αλλά κανείς δε χάνεται, αν ο Θεός το θέλει.
Μέσα στη μαύρη κατοχή, που ήταν όλα σάρα,
ποτέ στο πορτοφόλι μας δεν είχαμε δεκάρα.
Αλλά μετά τον πόλεμο πήγανε όλα πρίμα
και λύθηκε κανονικά τ ‘ανώμαλο το ρήμα.

Η κυρία Μαρία, η γυναίκα του, αφηγείται τα εξής:

«Μια φουρά έστειλι γράμμα στη βασίλισσα, τη Φριδιρίκ’ . Γιατί αυτός πήγινι κι ξιπάτουνι* κι τουν έπιαναν οι δασικοί κι μας πάεναν στο δικαστήριο. Κι τότι λέει: Ιγώ θα σας βουλέψου. Φκιάν’ ένα γράμμα κι του στέλν’ στη βασίλισσα. Κι η Φριδιρίκ’ μας έστειλι απάντηση. Του πήραμι του γράμμα. Κι του είχαμι. Όταν τουν κάλεσαν στου δικαστήριο, τουν είπαν, γιατί του κάνς αυτό κι ξιπατώνς*; Γιατί είμι φτουχός κι θέλου να κάνου ένα χουράφ’ . Μα δε ξέρς ότι η νόμους του απαγουρεύ’ : Του ξέρω, μα τι να κάμου. Κάντι μι μήνυση. Θα σι κάνουμι. Τότι βγάζ’ του γράμμα τς βασίλισσας κι τς λέει: Για διαβάστι αυτό του γράμμα! Μόλις τουν είδαν, α α α τουν λέν, μ’ αυτό τον γράμμα μπορείς να ξιπατώσεις όλου του δάσους.»

* ξιπατώνου = ξεπατώνω = με τον κασμά ξεριζώνω θάμνους δασικής έκτασης

Η Άφυτος σε «γιορτινό αγώνισμα» με άλλα χωριά.

Φούρκα Καλάνδρα να καεί
κι’ Βάλτα να βουλιάξει
και την καημένη την Άθυτο
Θεός να την φυλάξει.